Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Μαρία Πολυδούρη: Η μποέμ ζωή της «καταραμένης» ποιήτριας της Ελλάδας


Ήταν απόγευμα της 1ης Απριλίου του 1902, πριν ακριβώς 114 χρόνια, στην επαρχιακή πόλη της Καλαμάτας, όταν ο φιλόλογος Ευγένιος Πολυδούρης και η γυναίκα του Κυριακή Μαρκάτου αποκτούν ένα κοριτσάκι που του δίνουν το όνομα Μαρία.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Κική Δημουλά: "Υστερόγραφο"

 Πηγή: ο αναγνώστης, στις 7 Φεβρουαρίου, 2016



στη Μαρία Κυρτζάκη (ανέκδοτο ποίημα).

Νυχτερινή κι αργούσες
σκάβοντας κάθοδο
βαθιά στον εαυτό σου
μήπως κι ανακαλύψεις
άλλο πιο σπάνιο ψηφιδωτό
με παραστάσεις έξοχες
από τις κερδισμένες
μάχες που έδωσε
ο λόγος σου
δεινός πολεμιστής

Νυχτερινή κι αργούσες
να ξυπνήσεις το πρωί.

Αντίθετα, εγώ αφώτηγα ξυπνούσα
από φόβο μη μπερδέψω τους δύο ύπνους
αδελφούς εξ αγχιστείας
και κατά λάθος κοιμηθώ
με τον αιώνιο

Και σήμερα, περίεργο
νωρίς σε βρήκα ξυπνητή
μεταφερμένη ύποπτα
σε μιας εφημερίδας τη μικρή
υστερόγραφη φωτογραφία
Μαζί και το γραφείο σου
Φορούσες τα γυαλιά σου

Έπιασα τον σφυγμό σας· απών.

Ωστόσο εσύ ακόμα καθιστή
στην απορροφημένη στάση σου
να ψάχνεις άραγε πού χάθηκε
εκείνο το γενναίο
το άτεγκτα αλλιώτικο
υπέρτατο ποίημα

Στο όλον σου το άξιο
αφιερωμένο.

Το έγραψε η ποιήτρια φυγή σου
τηρώντας την ίδια ακριβώς
αθόρυβη δύναμη
που άσκησε απαράβατα
και η εν ζωή
γραφή σου.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Γ. Σαραντάρης: ένας λησμονημένος ποιητής

Διαβάζοντας ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη
Από την ανθολογία ποιημάτων: Γ. Σαραντάρης, Ποιήματα, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 59, σ. 82.


Γιώργος Σαραντάρης: Γιατί τον είχαμε λησμονήσει... (μια ανθολόγηση από το σύνολο του έργου του), εισαγωγή/ επιμέλεια Μ. Γ. Μερακλής, Παραφερνάλια, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2002

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

"Αλμπατρος" Σαρλ Μπωντλαίρ


Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Λάμπης Δ. Αποστολίδης (1910 - 1978 ).

 ( Λάμπης Δ. Αποστολίδης 1910 - 1978 ).
Γεννήθηκε στό Λουτράκι της Κορινθίας. ( Εγγονός του Δημάρχου Περαχωριτών και από τους πρώτους οικιστές της Λουτρόπολης του Λουτρακίου Χαράλ. Αναγν. Αποστολίδη, πού καταγόταν από γνωστή Αρκαδική οικογένεια Αποστολόπουλου, Αγωνιστών του 1821 ).

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Ύστερα έψαχνα το Θεό έξω στο φως!


Ύστερα έψαχνα το Θεό έξω στο φως . Κατηφόριζα προς την παραλία κι ήταν η θάλασσα καθρέφτης τ’ ουρανού, κι ο ουρανός του ονείρου . Κι ένιωθα ότι άγγελοι με συνόδευαν , τόσο δίπλα μου, που αισθανόμουν σα μύρο την ανάσα τους . Όμως με ξεγελούσε πάνω μου το φτερούγισμα ενός γλάρου , και μια προσευχή στη λευτεριά θαρρείς πως ήταν το πέταγμά του.πηγή: Μαριάνθη Ντεβάκη.

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Περί του ήθους του Παπαδιαμάντη.

[O Παύλος Νιρβάνας αφηγείται το παρακάτω περιστατικό, όταν τράβηξε την ως άνω γνωστή φωτογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη]

Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».

Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.

Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει – οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος – νὰ μιλεῖ γαλλικά:

- Nous excitons la curiosité du public.

Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ …Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, – Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι… μοῦ εἶπε – ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια – στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του.

Μήπως δὲν ἦταν, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ πραγματικὴ θυσία ποῦ εἶχε κάνει στὴ φιλία μου; Μιὰ θυσία τῆς ἁγιότητάς του στὴν εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων.

Καὶ συλλογίζομαι τώρα τὶς ἑκατοντάδες τῶν Γάλλων προσκυνητῶν τῆς ἑταιρείας Μπυντέ, καὶ τῶν δικῶν μας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ Συνδέσμου», ποὺ πέρασαν τὸ κατώφλι τοῦ ταπεινοῦ του ἐρημητηρίου, ὅπου πλανᾶται τώρα ἡ σκιά του στὰ γνώριμα καὶ ἀγαπητά της κατατόπια τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐργασίας του. Συλλογίζομαι τὴν παράταξη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, ποὺ παρουσίασαν ὅπλα μπροστὰ στὸ μνημεῖο του. Συλλογίζομαι τὶς στολές, τὰ ξίφη, τὶς χρυσὲς ἐπωμίδες ποὺ ἔλαμπαν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ νησιοῦ του, γιὰ τὴ δόξα του. Συλλογίζομαι τοὺς λόγους τῶν ἐπισήμων, τοὺς ἐθνικοὺς ὕμνους, τὰ στεφάνια τῆς δάφνης, τὶς πανηγυρικὲς κωδωνοκρουσίες, ποὺ ἔπλεξαν μὲ ἤχους καὶ χρώματα τὸ ἐγκώμιό του.

Συλλογίζομαι ὅλα αὐτὸ τὸ δοξαστικὸ πανηγύρι, καὶ ἡ σκέψη μου πετάει στὸ «Κοινὸν» τοῦ ἐρημικοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς – ἕνα γκαρσόνι, ἕνας γεροντάκος, δυὸ λουστράκια – ποὺ ἀνησυχοῦσε, τὴ μακρυνὴ ἐκείνη μέρα ὁ μακαρίτης μήπως «ἐρεθίσῃ τὴν περιέργειάν των». Τί ἀνησυχία θὰ εἶχε νοιώσει τώρα, στὰ βάθη τοῦ ταπεινοῦ τάφου ὅπου «ἀναπαύεται ἐν Χριστῷ» ὁ χριστιανὸς ποιητὴς τῶν ταπεινῶν, ἀπὸ τὸ δοξαστικὸ αὐτὸ θόρυβο; Καὶ πόσο θὰ βιαζότανε πάλι νὰ τελειώσῃ; Ἂν σάλεψαν, ἀπὸ μυστικὲς αὖρες, αὐτὴ τὴ στιγμή, τὰ κυπαρίσσια τοῦ τάφου του, ἕνας στεναγμὸς θὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ θρόϊσμά τους. Ἕνας ἦχος, ποὺ θὰ ξαναψιθύριζε τὰ παλιά του ἐκεῖνα ἀνήσυχα καὶ τόσο συμπαθητικὰ λόγια, σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ τὴν ἐννοοῦσαν τώρα, γιατὶ ἦταν δική τους, οἱ εὐλαβητικοὶ προσκυνητές του τῆς γαλλικῆς γῆς:

- Nous excitons la curiosité du public.

Πηγή: περιοδικὸ Νέα Ἑστία 1933, τ. 133, σελ. 1020-1021

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Στη μνήμη Κωστή Φραγκούλη. Τόν "παπούλη της Κρητικής ποίησης".

                      Για τα εννιά χρόνια από το μισεμό του



<<Κοντό και να 'ναι σίντερο του κατω κόσμου η πόρτα,
να πιάσω τα κερκέλια τζη και σείσμα να τσης δώσω,
να ξαρμωθούνε τα καρφιά κι ο στρούφιγγας να πέσει.
Πάλι κι αν είναι μάρμαρο γή πέτρα να τη σπάσω
ν'ανοίξω και να κατεβώ, να δώσω μια του χάρου
και να του πάρω όλες τσι νιές και τσ'αρραβωνισμένες
να ρθούνε με τσ' αζωντανούς το ταίρι ντως να βρούνε
να πάρω και την ακριβή, οπίσω να τη φέρω
να ξετελέψει τα προυκιά, στη φλώγα να σταθούμε.>>
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Γράφει η Ελένη Πλαγιωτάκη - Σαατσάκη

Ο Κωστής Φραγκούλης μου προκαλούσε πάντα δέος! Σήμερα εννιά χρόνια μετά το μισεμό του, το ίδιο δέος αισθάνομαι για τον κορυφαίο δημιουργό της Κρητικής Λογοτεχνίας, που σύμφωνα με τους διασημότερους γλωσσολόγους Ελληνες και ξένους, αποτελεί ένα σπάνιο παγκόσμιο φαινόμενο.

 Και πραγματικά υπήρξε παγκόσμιο φαινόμενο, όχι μόνο γιατί συνέχισε να δημιουργεί ως το τέλος της ζωής του (έφυγε 100 χρονών), αλλά και γιατί, χωρίς ιδιαίτερες σπουδές κατόρθωσε να κατακτήσει την ψηλότερη κορφή της Κρητικής Λογοτεχνίας, κάστρο άπαρτο από την εποχή του Βιτσέντζου Κορνάρου μέχρι σήμερα.

Μόνο με τα γράμματα του Δημοτικού Σχολείου και τρίμηνη φοίτηση στο Γυμνάσιο, πέτυχε να περάσει τις πύλες του μεγαλύτερου πνευματικού ιδρύματος της Ελληνικής Επικράτειας, της Ακαδημίας ΑΘηνών και να τιμηθεί με τη μεγαλύτερη διάκρισή της: Το Α’ βραβείο μετά μεγάλου χρηματικού επάθλου, για το δίτομο ποιητικό του δημιούργημα τα “Δίφορα”.

Ο Κωστής Φραγκούλης διέγραψε μια πολύχρονη, λαμπρή πνευματική πορεία, με μοναδικά όπλα την οξύτατη αντίληψη και το πηγαίο και αστείρευτο ταλέντο του.

Ενα, αληθινά, θεόδοτο δώρο, εναρμονισμένο απόλυτα με το σπινθηροβόλο του πνεύμα κι έναν απαράμιλλο πλούτο μοναδικών βιωμάτων από τη ζωή του στην ύπαιθρο.

Για όλ’ αυτά και μύρια άλλα ο Κωστής Φραγκόυλης μου προκαλούσε πάντα δέος. Ενιωθα τόσο ασήμαντη μπροστά στη μεγαλοσύνη του και μ’ άφηνε κατάπληκτη η απλόητά του και η συμπάθεια με την οποία με περιέβαλλε.

Αμέτρητες και συγκλονιστικές είναι οι αναμνήσεις, που με συνδέουν με τον αξεπέραστο ποιητή και τις έχω όλες ευλαβικά φυλαγμένες στο νου και στην ψυχή μου, γιατί αρκετές απ’ αυτές μ’ έχουν σημάδεψει. Οπως, ας πούμε εκείνη του έτους 2000 που μου έπεσε ο κλήρος να ανακοινώσω στον 95χρονο τότε Κωστή Φραγκούλη μια τραγική είδηση, την απώλεια του γιατρού και λογοτέχνη Μιχάλη Καυκαλά, τον οποίο υπεραγαπούσε, θαύμαζε και εκτιμούσε βαθιά.

Τον βρήκα στο διαμέρισμά του στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, καθισμένο στο γραφείο του. Με δέχτηκε με τη γνωστή του εγκαρδιότητα και την παροιμιώδη στειακή του ευγένεια. Ενιωθα πολύ άβολα, πως ν’ αρχίσω, αλλά με βοήθησε ο ίδιος, λέγοντάς μου ότι η παρουσία μου του έφερνε πάντα ξεχωριστή χαρά.

- Σήμερα όμως όχι... ξεκίνησα δειλά και κομπιάζοντας κατάφερα επί τέλους να του μεταδώσω το θλιβερό μαντάτο.

Εκείνος δε μίλησε καθόλου. Σηκώθηκε όμως όρθιος, όχι και τόσο εύκολα, όπως είδα, κι έκανε τρεις φορές το σταυρό του. Ακολούθησε μια ολιγόλεπτη σιωπή και μετά μου έδωσε χαρτί και μολύβι λέγοντάς μου:

- Ελένη γράψε ότι σου πω για να το πεις αύριο στην εκπομπή σου. (Έκανα τότε εκπομπές στο ραδιόφωνο).

Η φωνή του, αν και έτρεμε λίγο, ήταν πεντακάθαρη:

“Απού τη Στεία ως τα Χανιά, ραΐσαν και οι τροχάλοι

και μοιρολόι στέσανε στον Καυκαλά Μιχάλη”.

Να σημειωθεί “Τρόχαλος” είναι ο τίτλος του πολύστιχου αριστουργηματικού ποιήματος του Μιχάλη Καυκαλά.

Το έτος 2003, δύο χρόνια πριν το μισεμό του, με είχε πιάσει κάτι σαν υστερία. Σ’ όλες τις ραδιοφωνικές μου εκπομπές ο Κωστής Φραγκούλης ήταν το προσφιλές μου θέμα. Τα παιδιά του σταθμού, ιδιαίτερα η Λενιώ η Στάθογλου (που την έξοχη φωνή της απολαμβάνομε τώρα στο Ράδιο Κρήτη) και η Μαρίτα η Κοκολάκη με ... μάλωναν -

- Κυρία Ελένη, μα γιατί δεν του τηλεφωνείτε να σας ακούσει μια από τις πολλές φορές;

Αρνιόμουνα επίμονα, γιατί δεν ήθελα να τον κουράσω. Ηταν ήδη 98 χρονών!

Σε μια, όμως, από τις εκπομπές, ένα από τα αγαπημένα μου κορίτσια, ακόμα δεν ξέρω ποιό, του τηλεφώνησε κρυφά. Τελείωνε πια η εκπομπή, ήμουν ακόμα στον αέρα, όταν άκουσα την τόσο γνωστή και αγαπημένη φωνή να μου λέει:

“Στου Ψηλορείτη μ’ έβγαλες τα χιονισμένα πλάγια

μ’ όσα ‘πες σα χερουβικό πριχού σηκώσουν τ’ άγια”

Τα ‘χασα. Μ’έπιασε πανικός, μόνο που τον άκουσα, όχι ν’ απαντήσω κιόλας. Ομως εκείνη τη δύσκολη στιγμή, σαν αστραπή πέρασε από το νου μου ο δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης που αποκαλούσε τον Φραγκούλη “Πατριάρχη”.

Η έμπνευση ήρθε ουρανοκατέβατη και μάλιστα απόλυτα σχετική με τη μαντινάδα του σύγχρονου Κορνάρου.

Ο Πατριάρχης είσαι Συ των Κρητικώ λογίω

γιατί βαστάς τση Κρήτης μας τ’ άγια των αγίω”

Το γόητρό μου σηκώθηκε! Και όχι μόνο... Ο ποιητής μου ενθουσιάστηκε με τη μαντινάδα μου.

Αθάνατε Κωστή Φραγκούλη!

Πάντα θα μου προκαλείς δέος! Πηγή.